Δήλος η ιστορία του ιερού νησιού έως και καταστροφή και την ερήμωση του

Η Δήλος,  είναι μικρή νήσος των Κυκλάδων, δυτικά της Μυκόνου. Στην αρχαιότητα υπήρξε ιδιαίτερα διάσημη ως γενέτειρα του θεού Απόλλωνα, εξ ου και η επωνυμία του Δήλιος και εκ τούτου σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο που εξελίχθηκε ομοίως και σε εμπορικό.

Προϊστορικοί χρόνοι – Μυθολογία

Με βάση τις παραπάνω εκτεταμένες ανασκαφές και μελέτες διαφαίνεται ότι η Δήλος, όπως άλλωστε και όλες οι Κυκλάδες, κατοικήθηκε από ανθρώπους από της προϊστορικής και προελληνικής εποχής και ειδικότερα περί το τέλος της λεγόμενης νεολιθικής εποχής ή χαλκολιθικής με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στοιχεία του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, όπως εισήγαγε τον όρο ο Χρήστος Τσούντας, δηλαδή από το 3200 π.Χ.

Από δε το υλικό ορισμένων ευρημάτων, (π.χ. οψιανού), καταφαίνεται η ήδη ανεπτυγμένη την εποχή εκείνη πρώιμη ναυσιπλοΐα και εξ αυτής η ναυπηγική, η αλιεία, καθώς και το εμπόριο. Κινητά λείψανα αυτής της περιόδου, όπως λεπίδες, άγκιστρα, λίθινοι τριπτήρες, καλύμματα πίθων, θραύσματα αγγείων, πίθοι, εσχάρες κλπ βρίσκονται αποθησαυρισμένα στο αρχαιολογικό μουσείο της Δήλου και στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας.

Κατάλοιπα της παραπάνω περιόδου αποτελούν τα ερείπια οικημάτων, αρχαιότατου οικισμού, που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, επί της κορυφής του Κύνθου. κάτω ακριβώς από τους μεταγενέστερους ελληνικούς ναούς και άλλων κτισμάτων. Από δε την καμπυλόσχημη και ευθύγραμμη αρχιτεκτονική αυτών διαφαίνονται αφενός μεγάλες διαφορές με μινωικούς και μυκηναϊκούς αντίστοιχους και αφετέρου ο τότε περιορισμένος πληθυσμός ικανός να επιβιώνει στη μικρή νήσο.

Ακριβώς πότε και από που έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στη Δήλο οι λίγοι εκείνοι πρώτοι κάτοικοι και τι γένους – έθνους ήταν δεν έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί. Ο πολύ μεταγενέστερος αρχαίος ιστορικός Θουκυδίδης παραδέχεται ότι κατά την απώτατη εκείνη περίοδο της αρχαιότητας οι κάτοικοι των Κυκλάδων και ειδικότερα της Δήλου, από την οποία μάλιστα φέρεται να συνάγει τις αποδείξεις του, ήταν Κάρες.

Τη γνώμη αυτή του Θουκυδίδη που επικράτησε για αιώνες πρώτος που την αμφισβήτησε ήταν ο Δανός καθηγητής της αρχαιολογίας Chr. Būnkenberg στη διατριβή του «Antiquitéw prémycéniehnew» το 1897, και στη συνέχεια ο Έλληνας αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας στη διατριβή του «Κυκλαδικά» που δημοσιεύτηκε στην «Αρχαιολογική εφημερίδα» το 1898.

Στη συνέχεια ο Κ.Α. Ρωμαίος, με την διατριβή του «Οι Κάρες της Δήλου και η αρχαιολογική έρευνα του Θουκυδίδου» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελληνικαί» (τομ. Α΄, σ. 7-77) το 1928. κατέρριψε τις υπέρ των Καρών αποδείξεις του Θουκυδίδη αντιπαραβάλλοντας στοιχεία από τα ευρήματα των τελευταίων ανασκαφών.

Μετά δε και τη μελέτη των ευρημάτων των ανασκαφών που επιχείρησε ο Δ. Πίππας στη Ρήνεια, το 1924, η άποψη του Θουκυδίδη περί εγκατάστασης Καρών έχει τελείως ανατραπεί. Ομοίως και κάποιες άλλες απόψεις αρχαίων που κάνουν λόγο για Λέλεγες και τους ομοίους τους Φοίνικες έχουν καταρριφθεί με αρχαιολογικά δεδομένα ότι πολιτισμικά αυτοί οι λαοί αναπτύχθηκαν βραδύτερα από τους πρώιμους αρχαίους Έλληνες.

Παρά ταύτα αν και δεν αποδείχθηκε ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Δήλου ήταν Έλληνες με την ιστορική έννοια του όρου εν τούτοις υπάρχουν αρκετά βάσιμα στοιχεία για τον προσδιορισμό τους. Κύριο στοιχείο (χωροταξικό) είναι η θέση του παμπάλαιου οικισμού επί της κορυφής του Κύνθου και όχι σε μια προασπισμένη από τους ισχυρούς ανέμους περιοχή, και μάλιστα σε εποχή που ακόμα η τεχνολογία (ναυπηγική) δεν επέτρεπε μαζικές μετακινήσεις για τυχόν εξωτερική προσβολή.

Μοναδική ερμηνεία που μπορεί να δοθεί είναι η μακρινή ανάμνηση των γεωλογικών αναστατώσεων που είχαν συμβεί στον αιγαιακό χώρο, την Αιγηίδα όπου οι κορυφές των βουνών αποτέλεσαν μοναδικούς τόπους σωτηρίας ανθρώπων και ζώων.

Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο είναι τα πανάρχαια ιερά που βρέθηκαν στον ίδιο χώρο, κάτω από νεότερα κτίσματα και ναούς αφιερωμένα σε ολύμπιες θεότητες και πρωτίστως στον Δία αλλά και τον Ηρακλή, γεγονός που αποδεικνύει την ήδη εξάπλωση της ελληνικής μυθολογίας. Ένα μάλιστα από τα μυθικά ονόματα της Δήλου, που δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ήταν «Πελασγία».

Τέλος ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός, γεωγράφος, «πατέρας της ιστορίας», Ηρόδοτος σημειώνει ότι οι πρώτοι κάτοικοι των Κυκλάδων ήταν οι «Πελασγοί», που αργότερα όμως ονομάσθηκαν Ίωνες».

Οι Ίωνες που έλαβαν το όνομά τους εκ του μυθικού θεογενή, «εκ πατρώου Απόλλωνος», γενάρχη τους και μυθικού ήρωα της Αττικής, του Ίωνα, ήταν ένας από τους βασικά τέσσερις αδελφούς συγκροτημένους πληθυσμούς – φυλές, του προϊστορικού ελλαδικού χώρου, που φέρονται να διασώθηκαν κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, εξ ου και η μυθολογία θεωρεί αδελφούς τους γενάρχες αυτών και κατά παραλλαγή εγγόνια του Έλληνα, (συνεπώς όλοι Έλληνες), καθώς και δισέγγονα του Δευκαλίωνα.

Οι Ίωνες, περισσότερο δημιουργικοί και οξυδερκείς έχοντας αντιληφθεί το τέλος των γεωλογικών αναστατώσεων, εγκαταστάθηκαν στα παράλια του ηπειρωτικού χώρου και κυρίως στην ανατολική Αττική δημιουργώντας μάλιστα και την «ιωνική τετράπολη». Από εκεί επεκτάθηκαν στις Κυκλάδες και με προγεφύρωμα αυτές εξαπλώθηκαν στις έναντι ανατολικές ακτές του Αιγαίου όπου και θα λάβουν εξ αυτών την ονομασία Ιωνία.

Δήλος, η γενέτειρα του Απόλλωνα

Ως γνωστό η Ελληνική Μυθολογία αποτελεί ένα συγκερασμό πρώιμων παρατηρήσεων της φύσης, (αστρονομικών, γεωφυσικών και γεωλογικών κλπ., καθώς και των διάφορων φαινομένων, κλιματολογικών, μετεωρολογικών κλπ.), όπου για την ερμηνεία αυτών ή των αιτιών δημιουργίας τους ακολουθήθηκε μία αξιοθαύμαστη πλοκή με ανθρώπινα ένστικτα, πάθη, επιδιώξεις και αξίες παρουσιάζοντας αυτές (τις παρατηρήσεις) με αλληγορικό ανθρωπομορφισμό σε θεϊκή υπόσταση, προκειμένου να τύχουν του απόλυτου και γενικευμένου σεβασμού.

Με βάση αυτά, στο ερώτημα πως η ελληνική μυθολογία κατέστησε, (ή ορθότερα οι Ίωνες κατέστησαν), την μικρή, τραχιά και ασήμαντη νησίδα των Κυκλάδων, τη Δήλο, γενέτειρα του «πανιώνιου εθνικού θεού», Απόλλωνα, την απάντηση δίνει αυτή η ίδια η νησίδα, κατά τη γεωλογία της, την ετυμολογία του ονόματός της, τη γεωγραφική της θέση καθώς και τη σχέση της με τους Ίωνες, λαμβάνοντας υπόψη τον περίφημο γεωδαιτικό νόμο που ίσχυε, για τον καθορισμό των ιερών χώρων, στον οποίο αναφέρεται και ο σπουδαίος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ο Αριστοτέλης.

Από τη γεωλογική εξέταση της νήσου φέρεται να δημιουργήθηκε είτε από κάποια ηφαιστειακή δραστηριότητα όπου και αναδύθηκε στην επιφάνεια, είτε αυτή να αποκαλύφθηκε μετά την υποχώρηση της επιφάνειας των υδάτων που προηγουμένως είχαν κατακλύσει την ευρύτερη περιοχή. Λαμβάνοντας δε υπόψη το πολύ χαμηλό μέσο υψόμετρο της νήσου θεωρείται μία από τις τελευταίες παρόμοιες γεωλογικά δημιουργίες στον αιγαιακό χώρο.

Το δε από τους μυθικούς χρόνους όνομα της νήσου ετυμολογείται εκ του αρχαίου ελληνικού ρήματος «δηλόω» που σημαίνει καταφανής, φανερός, ή φανερωμένος -η, και κατ’ επέκταση διαυγής, λάμπων – λάμπουσα, σε αντίθεση του «άδηλος». Έτσι ετυμολογικά το όνομα Δήλος επικροτεί και τις δύο απόψεις είτε αυτή της αιφνίδιας ανάδυσης, είτε της αποκάλυψης, (όπως παραδέχεται τη δεύτερη ο σχετικός ομηρικός ύμνος).

Σχετικά με την εξάπλωση των Ιώνων στις αντιπέρα ανατολικές ακτές του Αιγαίου εξυπακούεται ότι αυτή δεν συνέβη σε μία χρονικά επιχείριση διάπλου, αλλά σταδιακά με την ανάπτυξη της ναυπηγικής, δηλαδή ναυπηγώντας κατάλληλα πλοία, άφρακτα, κωπήλατα, αλλά και πηδαλιουχούμενα, εκτελώντας σαφώς ακτοπλοΐα, δηλαδή ακολουθώντας πορεία με τη βοήθεια σταθερών σημείων παρατήρησης στον ορίζοντα και συνεπώς ημεροπλοΐα.

Με δεδομένο το τελευταίο, δεύτερο βασικό στοιχείο – προϋπόθεση του εγχειρήματος του διάπλου, μετά τη ναυπήγηση κατάλληλων πλοίων, ήταν το φως της ημέρας, στη διάρκεια του οποίου επιχειρούταν αυτός, δηλαδή ο ήλιος, τουτέστιν η αναγκαία παρουσία της αλληγορικής ανθρωπόμορφης θεότητάς του, ο Απόλλων.

Τέλος τρίτο βασικό στοιχείο ήταν η κατάλληλη διάταξη νήσων που θα μπορούσαν να καλύψουν ανάγκη ακτοπλοΐας από δύση προς ανατολή, όπου τέτοια στο χώρο του Αιγαίου παρέχουν αποκλειστικά μόνο οι Κυκλάδες.

Έτσι οι Ίωνες, υπό την παρουσία – προστασία του «πατρώου θεού» του φωτός και της αρμονίας, διερχόμενοι αναγκαστικά από τις Κυκλάδες και παρατηρώντας αυτές αντελήφθησαν την «χλαμυδία» στο μέσον της νησιωτικής τριλογίας (συμπλέγματος) Ρήνειας – Μυκόνου, που ταυτόχρονα αποτέλεσε το γεωγραφικό μέσον της όλης απόστασης της διαβάσεώς τους, όπως ακριβώς και ο ήλιος λαμβάνει στο μέσον της φαινομενικής ημερήσιας διαδρομής του το μέγιστο της τιμής του κατά τη λεγόμενη μεσημβρινή διάβαση.

Κατόπιν όλων των παραπάνω δεν άργησε η εν λόγω χθαμαλή, βραχώδης και «παρθένα» από ανθρώπινη ζωή νησίδα να αφιερωθεί στον Απόλλωνα και να περιβληθεί ιερότητας με θαυμάσιους στη συνέχεια σχετικούς αποκαλυπτικούς μύθους, ονοματίζοντας παράλληλα και τις γύρω αυτής νήσους Κυκλάδες.

Συνεπώς οι μύθοι έπονται πραγματικών γεγονότων και δεν προηγούνται ποτέ αυτών αφού βασικός στόχος τους είναι η ερμηνεία και η ευρύτερη ιερή αποδοχή τους από τους μεταγενέστερους. Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω η αρχαία ιερότητα της Δήλου ούτε μυστηριώδης καταφαίνεται, ούτε χαμένη στο μακρινό παρελθόν είναι αλλά και ούτε απορία προκαλεί η γέννηση της θρησκευτικής γοητείας της, όπως αντίθετα υποστηρίζει ο Πιέρ Ρουσέλ στο σύγγραμμά του «Δήλος» (1925).

Τον υπέροχο μύθο της γέννησης του Απόλλωνα στη Δήλο μας παρέδωσαν διάφοροι αρχαίοι Έλληνες ποιητές κατά διάφορες εκδοχές σε ύμνους που δημιούργησαν τιμώντας τον εν λόγω θεό. Εξ αυτών, όσων βεβαίως έχουν διασωθεί, κυρίαρχος είναι ο φερόμενος ως ομηρικός ύμνος «εις Απόλλωνα Δήλιον» που θεωρείται έργο Χίου ποιητή του 7ου ή 6ου αιώνα π.Χ. όπου οι αρχαίοι διέβλεπαν δημιουργό του τον Όμηρο, και μάλιστα κατά μία παράδοση ότι ο ίδιος τον απήγγειλε σε εορτή στη Δήλο, εξ ου και ομηρικός, ενώ κατ΄ άλλη παράδοση δημιουργός αυτού φέρεται ο ραψωδός Κύναιθος ο Χίος που τον απήγγειλε στις Συρακούσες.

Πρόκειται για ένα εκπληκτικό ύμνο που παρουσιάζει το γεγονός με μια αξιοθαύμαστη πλοκή αλληγορικών προσώπων και καταστάσεων, στα πλαίσια βέβαια της γνωσιολογικής αντίληψης της εποχής του, που ανάγεται όμως κατά το θρυλούμενο στάδιο όπου ο Ζευς, έχει δώσει τέλος στη βασιλεία του Κρόνου και ο ίδιος έχοντας κυριαρχήσει κατά τη μυθική τιτανομαχία έχει καταστεί «πατήρ ανδρών τε θεών», συγκροτώντας παράλληλα και το Ολύμπιο Δωδεκάθεο. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η γοητευτική αλλά και εκπληκτικά αποκαλυπτική περιγραφή του μύθου.

Έτσι λοιπόν ο Κρητιγενής Δίας/Ζευς έχοντας κυριαρχήσει αποφάσισε τον περιορισμό των δυνάμεων του κρόνιου σκότους, που ακόμα επικρατούσε, με τη γέννηση του φωτός σε μία όμως αρμονική συνύπαρξη (ημερονύκτιο).

Για το σκοπό αυτό «συνεζεύχθη» την τιτανίδα Λητώ προολύμπια θεότητα, συνεπώς αρχαιότερη της Ήρας, προκειμένου αυτή να κυοφορήσει τον φωτοβόλο θεό. Σημειώνεται ότι η Λητώ αποτελεί, περισσότερο κατά τη μυθολογία παρά από την ετυμολογία της, την προσωποποίηση της νύκτας, που μέσα από την απέραντη περίπτυξη του ουρανού περικλείει στα σπλάχνα της το σπέρμα του «αγίου φωτός».

Η γέννηση όμως ενός τόσο περίλαμπρου και τρομερού θεού ήταν φυσικό επόμενο να διεγείρει έντονες ανησυχίες για φυσικές αναστατώσεις αλλά και φόβους αντοχής του εδάφους που θα τον δεχόταν. Έτσι ο ποιητής παρουσιάζει αλληγορικά για μεν το φόβο φυσικών αναστατώσεων τη «ζηλότυπη» Ήρα, θεότητα της φυσικής και οικογενειακής γαλήνης να κατατρέχει τη Λητώ, χωρίς ιδιαίτερη μνεία, την δε ετοιμόγεννη Λητώ να περιφέρεται διάφορες περιοχές ζητώντας τη συναίνεσή τους στον επικείμενο τοκετό, αντιμετωπίζοντας τους παραπάνω φόβους.

Η δε περιγραφή της περιπλάνησης της Λητούς, που βεβαίως δεν αναφέρεται σε ηπειρωτικές χώρες, αλλά σε νησιά και εκατέρωθεν ακτές του Αιγαίου, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική αφού ουσιαστικά αποτελεί χαρτογράφηση των περιοχών όπου είχαν ήδη εξαπλωθεί οι Ίωνες στον εν λόγω ευρύτερο χώρο. Ξεκινώντας μάλιστα από Νότο, και συνεχίζοντας προς Δυσμάς και από εκεί προς Βορρά και ακολούθως προς Ανατολάς και νότια, στη συνέχεια συγκλίνει στις ανατολικές Κυκλάδες για να καταλήξει στην γρανιτένια Δήλο, ακολουθώντας έτσι εκπληκτικά τη φορά της αλλαγής της κατεύθυνσης των ανέμων, όπως παρατηρείται αυτή στο βόρειο ημισφαίριο.

Η δε παράλληλη παράθεση σημαντικών παράλιων γεωμορφών, όπως π.χ. βουνοκορφές, εκβολές ποταμών, κλπ αποκαλύπτει περίτρανα τη βασική χρήση που είχαν και έχουν αυτές, ως αναγνωριστικά σημεία, ακόμα και σήμερα, σε ημερόπλοη ακτοπλοΐα.

Τελικά η μικρή, άσημη και βραχώδης Δήλος συναινεί να γίνει γενέτειρα του τρομερού φωτοδότη θεού μετά τις διαβεβαιώσεις και τον όρκο της Λητούς ότι κανένα κίνδυνο δεν θα διατρέξει αλλά αντίθετα θα καταστεί διάσημη αφού ουδέποτε θα την εγκατέλειπε ο επικείμενος θεός. Η λαμπρή γέννηση, κατά ανθρώπινα ήθη, περιγράφεται αλληγορικά στους στίχους 117 μέχρι και 132 του ομηρικού ύμνου, απόσπασμα του οποίου και ακολουθεί:

ἀμφὶ δὲ φοίνικι βάλε πήχεε, γοῦνα δ᾽ ἔρεισελειμῶνι μαλακῷ: μείδησε δὲ γαῖ᾽ ὑπένερθενἐκ δ᾽ ἔθορε πρὸ φόωσδε: θεαὶ δ᾽ ὀλόλυξαν ἅπασαιἔνθα σέ, ἤιε Φοῖβε, θεαὶ λόον ὕδατι καλῷἁγνῶς καὶ καθαρῶς, σπάρξαν δ᾽ ἐν φάρεϊ λευκῷ,λεπτῷ, νηγατέῳ: περὶ δὲ χρύσεον στρόφον ἧκαν.οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ἀπόλλωνα χρυσάορα θήσατο μήτηρ,ἀλλὰ Θέμις νέκταρ τε καὶ ἀμβροσίην ἐρατεινὴνἀθανάτῃσιν χερσὶν ἐπήρξατο: χαῖρε δὲ Λητώ,οὕνεκα τοξοφόρον καὶ καρτερὸν υἱὸν ἔτικτεν.αὐτὰρ ἐπεὶ δή, Φοῖβε, κατέβρως ἄμβροτον εἶδαρ,οὔ σέ γ᾽ ἔπειτ᾽ ἴσχον χρύσεοι στρόφοι ἀσπαίροντα,οὐδ᾽ ἔτι δέσματ᾽ ἔρυκε, λύοντο δὲ πείρατα πάντα.αὐτίκα δ᾽ ἀθανάτῃσι μετηύδα Φοῖβος Ἀπόλλων: ‘μοι κίθαρίς τε φίλη καὶ καμπύλα τόξα,χρήσω δ᾽ ἀνθρώποισι Διὸς νημερτέα βουλήν.

Φοῖβε ἄναξ, ὅτε μέν σε θεὰ τέκε πότνια Λητώφοίνικος ῥαδινῇς χερσὶν ἐφαψαμένηἀθανάτων κάλλιστον ἐπὶ τροχοειδέι λίμνῃ,πᾶσα μὲν ἐπλήσθη Δῆλος ἀπειρεσίηὀδμῆς ἀμβροσίης, ἐγέλασσε δὲ Γαῖα πελώρη,γήθησεν δὲ βαθὺς πόντος ἁλὸς πολιῆς.

Ο μόνος αρχαίος Έλληνας που φέρεται να έγραψε για τη Δήλο και συγκεκριμένα υπό τον τίτλο «ιστορία της Δήλου και της γενέσεως των Λητούς παίδων» ήταν ο Αθηναίος ρήτωρας και σπουδαίος ευφυολόγος Δημάδης.

Πρώιμη περίοδος

Το 16ο αιώνα π.Χ. εξαπλώθηκαν στην περιοχή των Κυκλάδων οι Μυκηναίοι, που εγκαταστάθηκαν και στη Δήλο. Εκείνη την εποχή πρέπει να άρχισε να αποκτάει η Δήλος ιερό χαρακτήρα, κάτι που το συναντάμε ήδη μερικούς αιώνες αργότερα, την εποχή που γράφτηκαν τα Ομηρικά έπη. Την περίοδο της μετανάστευσης των Ιώνων προς τη Μικρά Ασία η Δήλος κατοικήθηκε από Ίωνες. Επειδή βρισκόταν στο κέντρο των περιοχών εγκατάστασής τους έγινε το θρησκευτικό τους κέντρο.

Κλασική εποχή

Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, το 478 π.Χ., ιδρύθηκε η Δηλιακή Συμμαχία, μία συμμαχία πόλεων κρατών στην οποία την πρωτοκαθεδρία είχε η Αθήνα. Η Δήλος ήταν η έδρα της συμμαχίας και σ’ αυτήν φυλασσόταν το κοινό ταμείο μέχρι το 454 π.Χ., οπότε ο Περικλής το μετέφερε στην Αθήνα.

Την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αθηναίοι, επηρεαζόμενοι από τις καταστροφές που δέχονταν τα πρώτα χρόνια του πολέμου, αποφάσισαν να προχωρήσουν στον εξαγνισμό του νησιού. Αποφάσισαν να μη γεννιέται και να μη θάβεται κανείς στο νησί. Επίσης το 422 εξόρισαν όλο τον πληθυσμό του νησιού, που εγκαταστάθηκε τελικά στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας.

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου ιδρύθηκε η δεύτερη Δηλιακή συμμαχία. Η Δήλος έγινε ξανά κέντρο της συμμαχίας μέχρι το 314 π.Χ., οπότε οι Μακεδόνες με βασιλιά τον Αντίγονο Γονατά απέσπασαν το νησί από τους Αθηναίους και το ανακήρυξαν ανεξάρτητο.

Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδος

Δύο καταστροφές, σε σύντομο χρονικό διάστημα, έπληξαν το ακμαίο αυτό εμπορικό κέντρο του Αιγαίου· και από τότε η Δήλος συνέχισε να ξεπέφτει, ενώ, εξαιτίας πολιτικών και οικονομικών συνθηκών ήταν ανήμπορη να επανορθώσει τις πολλαπλές συμφορές που υπέστη.

Το 88 π.Χ., ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης ξεσήκωσε την Ανατολή και την Ελλάδα ενάντια στην ηγεμονία των Ρωμαίων. Η Αθήνα συμμάχησε μαζί με εκείνον που χαιρέτησε ως απελευθερωτή.

Όμως, η Δήλος διαχωρίζει τη θέση της από τη μητρόπολη, παρόλο που είχε αναστατωθεί από τους ανθρώπους του βασιλιά. Ίσως, η Δήλος αισθάνεται εξίσου αποικία της Ρώμης όπως και της Αθήνας.

Οι πολυάριθμοι Ιταλοί που έμεναν εκεί και που, κάπως ακαθόριστα, απειλήθηκαν με θάνατο από τον Μιθριδάτη, κράτησαν το νησί μέσα στα πλαίσια των υποχρεώσεων που είχε απέναντι στη Ρώμη. Ωστόσο, δεν απέφυγαν το πεπρωμένο τους. Ο στόλος του Μιθριδάτη κυρίευσε, χωρίς δυσκολίες, και λεηλάτησε τη Δήλο: λέγεται ότι σφαγιάστηκαν είκοσι χιλιάδες άνδρες, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Ιταλοί.

Η Δήλος παραδόθηκε ξανά στους Αθηναίους, όπου και παρέμεινε, παρόλο που ο Σύλλας θριάμβευσε στην Αθήνα και νίκησε τον Μιθριδάτη. Η πόλη απογυμνώθηκε από τα βασικά της πλούτη, έχασε τους περισσότερους από τους κατοίκους της, όμως, τα στρατεύματα του Μιθριδάτη δεν την είχαν καταστρέψει με τρόπο συστηματικό.

Ο τόπος ήταν ακόμα καλός, η ιταλική παροικία αρκετά γρήγορα ανασυγκροτήθηκε, οι Ανατολίτες συνέχισαν να συχνάζουν. Οι πειρατές, που ήδη από εκείνους τους χρόνους μάστιζαν τη Μεσόγειο, για πολύ καιρό σέβονταν το νησί, όπου είχαν τη δυνατότητα να διοχετεύουν τους δούλους, που είχαν αποκτήσει από τις επιδρομές τους.

Όμως, το 69 π.Χ., άρχισαν πάλι οι εχθροπραξίες ανάμεσα στη Ρώμη και τον Μιθριδάτη. Ο τελευταίος βρήκε πολύτιμους συνεργάτες του τους πειρατές. Άραγε ήταν αυτός που υπέδειξε ως στόχο τους τη Δήλο, που ήταν, όσο ποτέ άλλοτε, υποταγμένη στη θέληση των Ρωμαίων;

Είναι πιθανόν ο Αθηνόδωρος, ο αρχηγός των πειρατών, που μπήκε επικεφαλής μιας επικερδούς επιχείρησης εναντίον του νησι ού, να κινήθηκε απλώς από τη δική του απληστία. Οδήγησε στη δουλεία ένα μέρος του πληθυσμού, λεηλάτησε τα ιερά, σωρεύοντας παντού ερείπια.

Όταν ο Ρωμαίος απεσταλμένος Τριάριος έσπευσε για βοήθεια, μπόρεσε μόνο να περιζώσει με ένα τοίχο άμυνας το ιερό του Απόλλωνα και ένα μέρος της πόλης. Βρήκε τα υλικά έτοιμα προς χρήση: διακρίνονται σε κάθε σημείο του τοίχου, του οποίου έχει αναγνωρισθεί το ερείπιο, αρχιτεκτονικά μέλη προερχόμενα από οικοδομήματα που είχαν γκρεμιστεί.

Από τότε, η Δήλος απέκτησε την προστασία μιας δύναμης και η ασφάλεια της δεν εξασφαλιζόταν μόνον από τον Απόλλωνα. Αλλά η ανασφάλεια των θαλασσών νέκρωσε την κίνηση του λιμανιού και επέφερε μια εμπορική κρίση. Αργότερα, όταν ο Πομπήιος κατέστειλε την ασυδοσία των πειρατών, αποκαλύφθηκε ότι το εμπόριο είχε στραφεί προς άλλους δρόμους.

Σχέσεις άμεσες είχαν συναφθεί ανά μεσα στην Ιταλία και την Ανατολή: τα ιταλικά λιμάνια της Όστιας και των Ποτιόλων* είχαν ιδιοποιηθεί το εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου. Αυτό υπήρξε η χρεωκοπία της Δήλου. Πάντως, μια μικρή αποικία ξένων φυτοζώησε εκεί για πολύ καιρό ακόμα: οι Εβραίοι, που είχαν και συναγωγή στο νησί, αποτέλεσαν ένα σημαντικό της τμήμα.

Είχε περάσει πια ο καιρός των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, όμως, υπήρχε ακόμα η δυνατότητα κάποιων χαμηλών εμπορικών συναλλαγών και μικρών κερδών. Σε πολλές συνοικίες της πόλης έχουν ανακαλυφθεί τα ίχνη των πυρκαγιών που έβαλαν οι στρατιώτες του Μιθριδάτη ή οι πειρατές.

Ο πληθυσμός εγκατέλειψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, αποδεκατισμένος και εξαθλιωμένος καθώς ήταν. Με σωρούς από πέτρες έφραζαν οριστικά τις εισόδους των σπιτιών που εγκατέλειπαν, ενώ κύριοι δρόμοι έγιναν απλώς μονοπάτια, που οδηγούσαν σε διάφορες περιοχές του νησιού. Η ζωή της πόλης περιορίστηκε, όπως και στο ξεκίνημα της, στα πέριξ του ιερού λιμανιού και του Ίερού, σε οικισμούς που επιδιορθώθηκαν λίγο ως πολύ.

Εκεί παρέμεινε, μέσα στους αιώνες, πριν εξαφανιστεί ολοσχερώς. Ωστόσο διαπιστώνεται ότι κτίστηκαν θέρμες και αργότερα εκκλησίες που χρησιμοποιούνταν από αυτούς, τους τελευταίους κατοίκους της Δήλου, που δεν ήταν εντελώς εξαθλιωμένοι.

Το ιερό του Απόλλωνα δεν έχασε όλο του το κύρος την ίδια εποχή, που ολοκληρωνόταν η οικονομική κατάρρευση του εμπορικού κέντρου. Όταν το νησί είχε χάσει κάθε εμπορική σπουδαιότητα, ευτύχησε στην προσπάθεια να επιβεβαιώσει τον ιερό του χαρακτήρα, σαν να είχε ακόμα μια φορά καθαρθει από τη συμφορά. Το 58 π.Χ. ένας ρωμαϊκός νόμος παραχωρούσε ακόμα διάφορα προνόμια σ’ αυτήν την «πανίερη» γη, όπου γεννήθηκαν ο Απόλλων και η Άρτεμις.

Η Αθήνα, που ήταν πάντα επικυρίαρχος, δείχνει κατά διαστήματα κάποιο θρησκευτικό ζήλο· στα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ., αναβιώνοντας τις παραδόσεις ευλάβειας που, χωρίς αμφιβολία, είχαν εξαιρετικά παραμεληθεί, στέλνει λιτανείες και σφάγια.

Όμως, ο ιερέας του Δηλίου Απόλλωνα, που είναι συγχρόνως και κυβερνήτης του νησιού, κατοικεί στην Αθήνα· ενώ η φύλαξη των κατεστραμμένων ναών αφήνεται σε μερικούς χωροφύλακες. Έτσι, σύντομα, ακόμα και οι προσκυνητές ξεχνούν τον δρόμο προς τη Δήλο, όπως, από πολύ καιρό πριν, τον είχαν ξεχάσει οι έμποροι.

Επόμενα χρόνια

Κατά τη διάρκεια του 8ου και του 9ου αιώνα το νησί δέχτηκε διαδοχικές επιδρομές από Σλάβους αρχικά και Σαρακηνούς στη συνέχεια με αποτέλεσμα να ερημώσει τελείως. Τα επόμενα χρόνια τα ερείπια του νησιού χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά από τους κατοίκους των γύρω νησιών.

Η Δήλος βγήκε από την αφάνεια στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ξεκίνησε η αρχαιολογική έρευνα στο νησί. Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1873 από την αρχαιολογική σχολή Αθηνών και συνεχίστηκαν την περίοδο από το 1904 μέχρι το 1914. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δήλου κατασκευάστηκε το 1904 από την Αρχαιολογική Εταιρεία και επεκτάθηκε το 1931 και το 1972. Σημαντική ανασκαφική έρευνα έγινε και στο διάστημα 1958-1975. Η Δήλος ανακηρύχθηκε το 1990 Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Βιβλιογραφία : Δήλος, Η πανίερη νήσος, Pierre Roussel, εκδ. Δημιουργία (1990)

Πηγή1 / Πηγή2

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ