«Βομβαρδίζω» από που προέρχεται η λέξη

«Βομβαρδίζω» σημαίνει βάλλω εναντίον στόχου με βόμβες και κατ’ επέκτασιν καταστρέφω με ρίψη βομβών, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Η λέξη είναι μεταφορά στα ελληνικά του γαλλικού ρήματος «bombarder», το οποίο προέρχεται από τη λέξη «bombarda», που σημαίνει «καταπέλτης», η γνωστή πολιορκητική μηχανή που εξετόξευε λίθινα βλήματα.

Τώρα, αυτή η μπομπάρδα προέρχεται από τη λατινική λέξη «bombus», η οποία, κι εδώ φτάνουμε στην αρχική ρίζα, προέρχεται από την ελληνικότατη λέξη «βόμβος»! Τώρα, ο βόμβος, η βοή, το βούισμα, είναι ο συνεχής ήχος σε χαμηλή κλίμακα, που είναι βαρύς και υπόκωφος – βόμβο παράγουν κάποια έντομα όταν πετούν. Η βόμβα λοιπόν, και κατά συνέπεια το ρήμα βομβαρδίζω, είναι ένα ακόμα αντιδάνειο. Εμείς δώσαμε στους Λατίνους τον βόμβο, κι αυτοί μας επέστρεψαν βόμβες και βομβαρδισμούς.

Ως λαός που έχουμε βομβαρδιστεί πολλάκις, και σίγουρα πολύ περισσότερο απ’ όσο έχουμε εμείς βομβαρδίσει άλλους, μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος πως πλέον, στην σύγχρονη εποχή, ο ήχος των βομβαρδισμών δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το βουητό που παράγουν τα έντομα.

Επίσης, ξέρουμε καλά πως δεν υπάρχουν καλές και κακές βόμβες – όλες οι βόμβες σκοτώνουν, και σκοτώνουν άσχημα και ύπουλα. Οι μόνοι που σίγουρα ωφελούνται από ένα βομβαρδισμό είναι οπωσδήποτε αυτοί που παράγουν, εμπορεύονται και εκτοξεύουν τις βόμβες.

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

Πηγή

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ